Το δίλημμα laser ή inkjet είναι από τα πιο συχνά και ταυτόχρονα από τα πιο παρεξηγημένα. Οι περισσότεροι το αντιμετωπίζουν ως θέμα ποιότητας ή τιμής αγοράς, ενώ στην πραγματικότητα η σωστή απάντηση κρύβεται αλλού: στον όγκο εκτύπωσης και στο πραγματικό κόστος ανά σελίδα.
Αν θέλεις να επιλέξεις εκτυπωτή που να σε συμφέρει όχι σήμερα, αλλά σε βάθος χρόνου, αυτός είναι ο οδηγός που χρειάζεσαι.
Ο όγκος εκτύπωσης καθορίζει σχεδόν τα πάντα. Πόσο συχνά θα αλλάζεις αναλώσιμα, πόσο θα σου κοστίζει κάθε σελίδα, πόσο θα «κουράζεται» ο εκτυπωτής και πόσο αξιόπιστη θα είναι η καθημερινή λειτουργία.
Δύο χρήστες με τον ίδιο εκτυπωτή μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικό κόστος, απλώς και μόνο επειδή ο ένας τυπώνει 50 σελίδες τον μήνα και ο άλλος 500.
Οι inkjet εκτυπωτές έχουν ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα: χαμηλή τιμή αγοράς και πολύ καλή απόδοση στο χρώμα. Για αυτό και προτιμώνται συχνά για σπίτι ή περιστασιακή χρήση.
Όμως το κόστος χρήσης τους εξαρτάται έντονα από το πόσο συχνά εκτυπώνεις. Τα μελάνια έχουν μικρότερη απόδοση σελίδων και μέρος τους καταναλώνεται σε καθαρισμούς κεφαλής, ειδικά όταν ο εκτυπωτής μένει ανενεργός.
Σε χαμηλό όγκο εκτύπωσης, αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα. Σε μεσαίο ή υψηλό όγκο, όμως, το κόστος ανεβαίνει γρήγορα.
Οι laser εκτυπωτές κοστίζουν περισσότερο στην αρχική αγορά, αλλά έχουν σαφές πλεονέκτημα στη σταθερότητα. Τα toner αποδίδουν χιλιάδες σελίδες, δεν επηρεάζονται από αδράνεια και δεν απαιτούν διαδικασίες συντήρησης όπως οι κεφαλές inkjet.
Αυτό κάνει το κόστος ανά σελίδα πιο προβλέψιμο και συνήθως χαμηλότερο, ειδικά όσο αυξάνεται ο όγκος εκτύπωσης.
Για γραφεία, φοιτητές ή επαγγελματίες που εκτυπώνουν συχνά, το laser είναι συνήθως πιο συμφέρουσα επιλογή, ακόμα κι αν φαίνεται ακριβότερο στην αρχή.
Ας δούμε ένα απλό, ρεαλιστικό παράδειγμα.
Ένας inkjet εκτυπωτής με μελάνι που κοστίζει 15 € και αποδίδει 300 σελίδες έχει κόστος περίπου 0,05 € ανά σελίδα. Αν τυπώνεις 400–500 σελίδες τον μήνα, αλλάζεις μελάνια συχνά και το κόστος συσσωρεύεται.
Ένας laser εκτυπωτής με toner 60 € που αποδίδει 2.000 σελίδες έχει κόστος περίπου 0,03 € ανά σελίδα. Όσο περισσότερες σελίδες τυπώνεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά υπέρ του laser.
Το κόστος ανά σελίδα είναι ο δείκτης που αποκαλύπτει ποιος εκτυπωτής σε συμφέρει πραγματικά.
Αν τυπώνεις έως περίπου 50–100 σελίδες τον μήνα, κυρίως περιστασιακά, ο inkjet είναι απολύτως λογική επιλογή. Η χαμηλή τιμή αγοράς υπερισχύει και το κόστος μελανιών δεν προλαβαίνει να γίνει πρόβλημα.
Σε αυτή την περίπτωση, το laser μπορεί να είναι υπερβολή, ειδικά αν δεν χρειάζεσαι συχνά εκτύπωση.
Στις 150–300 σελίδες τον μήνα αρχίζει να φαίνεται η διαφορά. Τα μελάνια αλλάζουν πιο συχνά, το κόστος ανεβαίνει και η συντήρηση inkjet γίνεται πιο αισθητή.
Εδώ το laser αρχίζει να έχει νόημα, ειδικά αν οι εκτυπώσεις είναι κυρίως ασπρόμαυρες. Πολλοί χρήστες σε αυτό το επίπεδο συνειδητοποιούν ότι πλήρωσαν φθηνό εκτυπωτή, αλλά ακριβά αναλώσιμα.
Αν τυπώνεις 500+ σελίδες τον μήνα, το laser είναι ξεκάθαρα η πιο συμφέρουσα λύση. Το χαμηλότερο κόστος ανά σελίδα, η αντοχή και η αξιοπιστία κάνουν τεράστια διαφορά.
Σε επαγγελματική χρήση, ο inkjet απλώς δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη σταθερότητα και την οικονομία ενός laser εκτυπωτή.
Αν χρειάζεσαι συχνά έγχρωμες εκτυπώσεις, ο inkjet παραμένει πιο αποδοτικός σε ποιότητα. Όμως το κόστος ανεβαίνει δραστικά αν ο όγκος είναι μεγάλος.
Σε έγχρωμο laser, το κόστος είναι πιο ελεγχόμενο, αλλά η αρχική επένδυση είναι υψηλότερη. Για αυτό και η επιλογή πρέπει να γίνεται με βάση το πόσο συχνά τυπώνεις χρώμα και όχι απλώς αν το χρειάζεσαι περιστασιακά.
Δεν υπάρχει «καλύτερος» εκτυπωτής γενικά. Υπάρχει καταλληλότερος για τη χρήση σου.
Inkjet σε συμφέρει όταν τυπώνεις λίγο, περιστασιακά και θέλεις χαμηλό κόστος αγοράς. Laser σε συμφέρει όταν τυπώνεις συχνά, θέλεις σταθερότητα και χαμηλό κόστος ανά σελίδα.
Η σωστή επιλογή δεν φαίνεται στο ταμείο της αγοράς, αλλά στους πρώτους μήνες χρήσης. Αν διαλέξεις με βάση τον όγκο εκτύπωσης και όχι την τιμή της συσκευής, θα έχεις εκτυπωτή που πραγματικά δουλεύει υπέρ σου και όχι εις βάρος του πορτοφολιού σου.