Πολλοί χρήστες συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά μελάνια ή toner απλώς επειδή «ο εκτυπωτής δουλεύει ακόμα». Στην πράξη, όμως, υπάρχουν ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου η αλλαγή εκτυπωτή δεν είναι σπατάλη, αλλά η πιο οικονομική επιλογή. Το ζητούμενο δεν είναι αν ο εκτυπωτής λειτουργεί, αλλά αν σε συμφέρει να τον διατηρείς.
Ένα από τα πιο ξεκάθαρα σημάδια είναι όταν ένα πλήρες σετ μελανιών ή ένα toner κοστίζει όσο, ή και περισσότερο από, έναν καινούριο εκτυπωτή. Αυτό συμβαίνει συχνά σε παλαιότερα inkjet μοντέλα χαμηλής τιμής, όπου τα μελάνια έχουν μικρή απόδοση και υψηλή τιμή.
Αν κάθε αλλαγή αναλωσίμου σου κοστίζει 40–60 € και σου αποδίδει λίγες εκατοντάδες σελίδες, τότε πληρώνεις διαρκώς για να συντηρείς μια λάθος επιλογή του παρελθόντος.
Ακόμα κι αν δεν φαίνεται άμεσα, το κόστος ανά σελίδα είναι ο πιο αντικειμενικός δείκτης. Αν πληρώνεις 0,06–0,10 € ανά ασπρόμαυρη σελίδα, βρίσκεσαι σε πολύ ακριβό επίπεδο εκτύπωσης, ειδικά για συχνή χρήση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένας laser εκτυπωτής με χαμηλό κόστος ανά σελίδα μπορεί να αποσβέσει την αγορά του μέσα σε λίγους μήνες. Η διαφορά δεν είναι θεωρητική, αλλά μετρήσιμη στον μηνιαίο προϋπολογισμό.
Ορισμένα μοντέλα εκτυπωτών είναι πρακτικά «κλειδωμένα» σε συγκεκριμένα αναλώσιμα. Δεν υπάρχουν XL εκδόσεις, δεν υπάρχουν αξιόπιστα συμβατά ή οι επιλογές είναι περιορισμένες και ακριβές.
Αν κάθε φορά που ψάχνεις αναλώσιμα βρίσκεις μόνο μία ακριβή επιλογή, τότε ο εκτυπωτής σε περιορίζει. Η αλλαγή σε μοντέλο με ευρεία διαθεσιμότητα αναλωσίμων σου δίνει άμεσο έλεγχο κόστους.
Πολλοί αγόρασαν εκτυπωτή για περιστασιακή χρήση και σήμερα εκτυπώνουν πολύ περισσότερο, για εργασία από το σπίτι, σπουδές ή επαγγελματική δραστηριότητα. Ένας inkjet που ήταν «εντάξει» για 20 σελίδες τον μήνα γίνεται εξαιρετικά ακριβός στις 300–500.
Όταν αλλάζει ο όγκος εκτύπωσης, πρέπει να αλλάξει και ο εκτυπωτής. Διαφορετικά, πληρώνεις συνεχώς για κάτι που δεν σχεδιάστηκε για τη χρήση σου.
Η συχνή αλλαγή μελανιών, τα προβλήματα στεγνώματος, οι καθαρισμοί κεφαλής και οι αποτυχημένες εκτυπώσεις έχουν και κόστος χρόνου. Σε επαγγελματικό περιβάλλον, αυτό μεταφράζεται άμεσα σε απώλεια παραγωγικότητας.
Αν ο εκτυπωτής σου απαιτεί συνεχώς παρεμβάσεις για να λειτουργήσει σωστά, τότε δεν είναι οικονομικός, ακόμα κι αν «τεχνικά δουλεύει».
Η πιο απλή ερώτηση που μπορείς να κάνεις είναι η εξής: πόσο χρόνο χρειάζομαι για να αποσβέσω έναν νέο εκτυπωτή με τη διαφορά στο κόστος ανά σελίδα;
Αν η απάντηση είναι έξι ή δώδεκα μήνες, τότε η αλλαγή δεν είναι έξοδο, αλλά επένδυση. Από εκεί και πέρα, κάθε σελίδα που εκτυπώνεις είναι καθαρό όφελος.
Ένας παλιός εκτυπωτής με ακριβά αναλώσιμα και αυξανόμενα μικροπροβλήματα είναι διπλό κόστος. Ακόμα κι αν οι βλάβες είναι μικρές, προστίθενται στο συνολικό κόστος χρήσης.
Σε αυτό το σημείο, η αντικατάσταση είναι συνήθως πιο λογική από τη διατήρηση ενός εξοπλισμού που απλώς «κρατιέται».
Η αλλαγή έχει νόημα μόνο αν γίνει σωστά. Ο νέος εκτυπωτής πρέπει να επιλεγεί με βάση το κόστος ανά σελίδα, τη διαθεσιμότητα οικονομικών αναλωσίμων, την ύπαρξη XL ή multipack επιλογών και τη συμβατότητα με τη χρήση σου.
Αν απλώς αντικαταστήσεις έναν φθηνό εκτυπωτή με έναν άλλον εξίσου φθηνό, το πρόβλημα θα επαναληφθεί.